ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Για το νέο νομοσχέδιο σχετικά με την τριτοβάθμια εκπαίδευση

Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα έχουν περάσει από σαράντα κύματα, ανακυκλώνοντας στην ουσία τα περιεχόμενα τους ανά τα χρόνια και εμφανιζόμενες στο προσκήνιο κάθε φορά ως επιτακτική ανάγκη προς την κατεύθυνση της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Η επιτυχής ή όχι εφαρμογή τους σε κάθε περίοδο εξαρτιόταν εν πολλοίς από τους ισχύοντες συσχετισμούς στην ζωντανή ταξική πάλη. Σε κάθε περίπτωση, η ολοκλήρωση των αστικών επιδιώξεων στην εκπαίδευση δεν έχει στεφθεί ακόμα με επιτυχία και η “εκπαιδευτική μεταρρύθμιση” έχει αποτελέσει ένα διαχρονικό πρόβλημα και έναν κακό μπελά για όλες τις κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων.

Παρ’ όλες τις νίκες και τις κατακτήσεις των φοιτητικών αγώνων, η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση βρίσκεται σε ισχύ και εφαρμόζεται με σταθερούς βηματισμούς με την ψήφιση μιας σειράς νομοσχεδίων που εδώ και μια δεκαπενταετία τουλάχιστον κατευθύνονται προς την όξυνση των ταξικών διαχωρισμών στην εκπαίδευση, την ολοένα και πιο στενή σύμπλευση της με τις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς και την προσπάθεια “εξευρωπαϊσμού” των ελληνικών πανεπιστημίων κατά τα δυτικά πρότυπα.

Η ευθυγράμμιση του ελληνικού πανεπιστημίου με τα «ευρωπαϊκά νεοφιλελεύθερα πρότυπα» ήταν ανέκαθεν διακαής πόθος της εγχώριας αστικής τάξης. Η επίτευξη «αποδοτικότερων» σπουδών με γνώμονα τα καπιταλιστικά συμφέροντα, η αυστηροποίηση των όρων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και η ταυτόχρονη εντατικοποίηση του ρυθμού σπουδών, συναρθρώνουν το διαχρονικό αστικό φαντασιακό του «αποτελεσματικού» πανεπιστημίου. Αυτή η επιθυμητή “αποτελεσματικότητα” αξιολογείται όλο και περισσότερο υπό την λογική της αποκόμισης άμεσου κέρδους. Τα πανεπιστήμια οδεύουν προς την κατεύθυνση της επιχειρηματικοποίησης και το έργο τους αξιολογείται σε μεγάλο βαθμό με ποσοτικά καπιταλιστικά κριτήρια. Ερευνητικά προγράμματα, μεταπτυχιακά και διδακτορικά δημιουργούνται καθ’ υπόδειξη ιδιωτικών ή κρατικών επιχειρήσεων και τα αποτελέσματα των εργασιών τους απορροφώνται και εφαρμόζονται απευθείας στην αγορά. Έτσι, το πανεπιστήμιο στρατολογείται πλέον και άμεσα στην παραγωγική διαδικασία με την παραγωγή έτοιμου εμπορεύματος άμεσα αξιοποιήσιμου στην αγορά. Μέσα σ΄ αυτή την συνθήκη, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες καλούνται σε πολλές περιπτώσεις να υπηρετήσουν αυτό τον ρόλο με την άμισθη ή κακοπληρωμένη και επισφαλή εργασίας τους μέσα σε ένα πανεπιστήμιο το οποίο διαμορφώνεται ως εργασιακό κάτεργο.

Η έννοια της «αποτελεσματικότητας» κατά τα αστικά πρότυπα, δεν είναι ασφαλώς, ταξικά ουδέτερη. Το «αμερικανικών προδιαγραφών» πανεπιστήμιο που φαντασιώνεται η ελληνική αστική τάξη δεν στοχεύει στην μορφωτική αναβάθμιση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ούτε ανταποκρίνεται σε κάποια δήθεν απόπειρα άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Αντίθετα, ταυτίζεται με το βάθεμα της ταξικότητας του πανεπιστημίου και την εργαλειοποίηση του ως εφεδρικό όχημα των αγορών. Ο μοναδικός προορισμός του «αποτελεσματικού» αστικού πανεπιστημίου είναι η αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και η μονομερής λειτουργία του ως συμπληρωματικό στοιχείο της καπιταλιστικής αγοράς, με την έρευνα στραμμένη στα κέρδη και όχι στις κοινωνικές ανάγκες.

Στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο η γνώση δεν έχει αυταξία. Αποκτά νοηματικό περιεχόμενο ως τμήμα της επαγγελματικής κατάρτισης. Η κοινωνική της σημασία αποκόπτεται, άλλωστε είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη για κάθε σύστημα εκμετάλλευσης και εξουσίας. Έτσι λοιπόν, η «γνώση» περιορίζεται αυστηρά στοχοπροσηλωμένα στην εξειδίκευση εργατικού προσωπικού και την παροχή προσανατολισμένων γνωστικών εργαλείων με στόχευση την μεγιστοποίηση των παραγόμενων προϊόντων στην εργασιακή ζούγκλα. Ως εκ τούτου, η μορφωτική διάπλαση του «εκπαιδευτικού υποκειμένου» ισοδυναμεί με την υπεραπόδοση στην αγορά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίληψης συνιστά ο νόμος Γαβρόγλου. Η απόσπαση της παιδαγωγικής επάρκειας από ένα σύνολο τμημάτων, η υποβάθμιση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών, οι συγχωνεύσεις καθώς και η συρρίκνωση των γενικών γνώσεων στα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια προγράμματα σπουδών στην κατεύθυνση της τεχνοκρατικής μονομέρειας του γνωστικού υπόβαθρου αποτέλεσαν ραχοκοκαλιά των εκπαιδευτικών αναδιαρθρώσεων στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια, ο νόμος Γαβρόγλου είχε και πιο τρανταχτά σημεία στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων, όπως η θεσμοθέτηση διδάκτρων στα μεταπτυχιακά και η ίδρυση ξενόγλωσσων τμημάτων. Για πολλούς/ες ίσως να πέρασε στα «ψιλά» η προσφορά του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό φαντασιακό και την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση. Ωστόσο, το νομοσχέδιο Κεραμέως δεν έπεσε από τον ουρανό.

Το νέο νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν συνιστά μια «ελληνική καινοτομία» ούτε αποδεικνύει τον «ακροδεξιό» χαρακτήρα της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης της Ν.Δ. Τα σιδηρόφραχτα πανεπιστήμια είναι μια πραγματικότητα που στην Ελλάδα έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση εξαιτίας πολλαπλών τοπικών ιδιαιτεροτήτων, αλλά και λόγω των συσχετισμών πολιτικής δύναμης στα πανεπιστήμια. Στο εξωτερικό, οι μπάρες εισόδου και η αστυνόμευση έχουν θεσμοθετηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Οι δε κυβερνήσεις που ενσάρκωσαν τα σιδηρόφρακτα πανεπιστήμια, κάθε άλλο παρά «χουντικές», «ακροδεξιές» ή «φασιστικές» ήταν. Μάλιστα, στα περισσότερα διεθνή παραδείγματα, οι κυβερνήσεις που προχώρησαν σε ανάλογες αναδιαρθρώσεις ήταν αριστερές και σοσιαλδημοκρατικές. Αυτό το γεγονός, καταρρίπτει και τους δορυφόρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης (εντός ή εκτός κόμματος) που ταυτίζουν την καταστολή στα πανεπιστήμια με ιδεολογικές εμμονές της κυβέρνησης.

Στην πραγματικότητα, η «εμμονή» με την αστυνόμευση των πανεπιστημίων, είναι μια αστική εμμονή για την προστασία του πανεπιστημίου ως εμπορεύματος. Οι προσδοκίες της κυβέρνησης αναφορικά με την αστυνόμευση δεν ισοδυναμούν με μια ιδεολογική στρατηγική. Αποτελούν μια «τακτική», έναν ενδιάμεσο στόχο για να εκπληρωθεί το σύνολο των αναδιαρθρώσεων στην αστική εκπαίδευση που τα προηγούμενα χρόνια δεν κατέστη δυνατό. Στον στρατηγικό ορίζοντα της κυβέρνησης, βρίσκεται μια σκληροπυρηνική νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση. Τίποτα πιο σκοτεινό από το ίδιο το αστικοδημοκρατικό πολίτευμα που υπηρετεί. Ούτε χούντες, ούτε ιδιώνυμα, ούτε εξορίες.

Η κοντόφθαλμη και μονομερής αντίληψη που στοχοποιεί την κυβέρνηση αποκλειστικά για θέματα καταστολής, μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση στο γήπεδο του «δικαιωματισμού» με πρακτικό αποδέκτη τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν το 2015 η αυταπάτη για την «ρήξη με τους δανειστές» και την «έξοδο από τα μνημόνια» έστρωσε το έδαφος για την «πρώτη φορά αριστερά», σήμερα η αριστερή αφομοίωση προετοιμάζεται με επίκεντρο την «αντιδημοκρατική καταστολή της κυβέρνησης». Μην αναδεικνύοντας τον ταξικό χαρακτήρα των αναδιαρθρώσεων και αποκόβωντας την κρατική καταστολή από την ταξική της μήτρα, η στείρα αντιπολίτευση απέναντι στην «κακιά δεξιά» οδηγεί ανεπιφύλακτα στην ανάθεση προς το δήθεν «λιγότερο κακό». Γιατί όταν η καταστολή λαμβάνεται ως «ξεβόλεμα» από τις εύκολες λύσεις, τότε και τα ερμηνευτικά κριτήρια στρέφονται κι αυτά προς εύκολες αναγνώσεις.

Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι οι αγώνες στο πανεπιστήμιο ή θα βασιστούν σε ένα αγωνιστικό στρατηγικό πλαίσιο που θα αντιλαμβάνεται συνολικά την ουσία των μεταρρυθμίσεων ή θα παράξουν ένα εκμεταλλεύσιμο πολιτικό κεφάλαιο για την αξιωματική αντιπολίτευση και τις παραφυάδες της. Αναμφίβολα δεν θα παράξει τίποτα για τον αναρχικό αγώνα. Ή πιο απλά: η ερμηνεία του μπατσο-σώματος ως «απειλή για τα στέκια μας» και όχι ως προπομπός παραπέρα σύγκλισης πανεπιστημίου/αγοράς, ιδιωτικοποιήσεων, διδάκτρων κ.λ.π., εκτός απ’ το να προκαλεί γέλια στα κρατικά σκουπίδια, είναι και εξαιρετικά επικίνδυνη. Εξαιρετικά επικίνδυνη και για την ίδια την αντιμετώπιση του μπατσο-σώματος.

Στην Ελλάδα, ο διάλογος για την «εκπαιδευτική αναδιάρθρωση» καταγράφει εδώ και δεκαετίες την ταξική σύγκρουση γύρω από το πανεπιστήμιο και διαμοιράζει ισόποσα τις νίκες και τις ήττες. Η τοπική ιδιαιτερότητα έγκειται στην δομική συνάρτηση κοινωνικών αγώνων / πανεπιστημίων, μια διαλεκτική σχέση που συνυφαίνεται πριν, αλλά και κυρίως μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Μεγάλοι αγώνες μπλόκαραν τολμηρούς σχεδιασμούς κυβερνήσεων και απέτρεψαν ριζικές αλλαγές. Ακόμη και σήμερα, οι όροι της πλήρους συμμόρφωσης του ελληνικού πανεπιστημίου με την νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα δεν είναι καθολικά ευνοϊκοί για τους κρατικούς σχεδιασμούς. Η ψήφιση του νομοσχεδίου εν μέσω lockdown και κλειστών σχολών αξιοποιείται ως μια τεράστια ευκαιρία για να παίξει το κράτος μπάλα δίχως αντίπαλο. Εντούτοις, αυτή η συνθήκη δεν συνεπάγεται επ’ ουδενί την ομαλή εφαρμογή των μέτρων με τις σχολές ανοιχτές. Εκεί θα κριθούν όλα.

Το αστυνομικό σώμα θα αντιμετωπιστεί στις σχολές και θα εισπράξει τις απαντήσεις που αρμόζουν. Οι κοινωνικά αμόρφωτοι εντολοδόχοι του κράτους δεν έχουν καμία θέση στα πανεπιστήμια. Η είσοδο τους θα επιφέρει πρωτοφανή διασάλευση της «ακαδημαϊκής ζωής» και θα συνοδευτεί με μεγάλες αντιδράσεις. Ασφαλώς, οι τραμπουκισμοί και ο καταδοτικός τους ρόλος δεν θα μείνει αναπάντητος από εμάς, τους φοιτητές και τις φοιτήτριες. Αλλά για να μην γίνει «κανονικότητα» η νέα αυτή συνθήκη απαιτείται ένας συνολικός, καθημερινός, διαρκής αγώνας. Και για να είναι νικηφόρος προϋποθέτει στρατηγική.

Το πανεπιστήμιο «δεν είναι δικό μας». Είναι ένας αστικός θεσμός που εξυπηρετεί συμφέροντα του υφιστάμενου οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Δεν υπάρχει για να «στεγάζει επιθυμίες» και αναρχικά στέκια. Η πολιτική μας δράση στο πανεπιστήμιο είναι παρεμβατική και όχι δικαίωμα. Είναι κατάκτηση και όχι παραχώρηση. Και τα κεκτημένα εύκολα αμφισβητούνται, ειδικά σε περιόδους συστημικών κρίσεων. Η υπεράσπιση τους απαιτεί αυταπάρνηση, αγωνιστικές ευθύνες και επαναστατικό πρόταγμα που να μην επιτρέπει τον εφησυχασμό σε αυτά, στην διατήρηση ή στον πολλαπλασιασμό τους. Δεν παλεύουμε απλώς για να διατηρήσουμε μια κατάσταση, παλεύουμε για την Κοινωνική Επανάσταση. Κάθε άλλο είναι ρεφορμιστική παπάτζα που όσο «μαχητικά» και «εξεγερτικά» κι αν πλασάρεται μπορεί να αφομοιωθεί σε μια στιγμή.

Από μια άλλη οπτική γωνία, το πανεπιστήμιο είναι πράγματι δικό μας. Είναι δικό μας στο μέτρο που όλα τα αγαθά, οι υπηρεσίες και τα προϊόντα παράγονται από την εργατική τάξη. Η γνώση, η τεχνολογία, τα μέσα παραγωγής αγαθών, έρευνας και υπηρεσιών μπορούν να περάσουν στην κυριότητα όλης της κοινωνίας, μόνο επαναστατικά. Σε αυτό το πλαίσιο, πέρα από την πρακτική αντίσταση στους σχεδιασμούς του κράτους και του κεφαλαίου, η στρατηγική δράσης στα πανεπιστήμια θα πρέπει να διασταυρώνεται με το πρόταγμα για μια άλλη κοινωνική οργάνωση της εκπαίδευσης πάνω στις διαχρονικές ελευθεριακές αξίες του αναρχισμού. Προς αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει να προσπαθήσει να διασυνδέσει και να συνολικοποιήσει τους μερικούς διεκδικητικούς αγώνες σε μια κοινή στρατηγική κατεύθυνση προς την επαναστατική προοπτική.

Nα μετατρέψουμε την μέρα ψήφισης του νομοσχεδίου σε μέρα δυναμικής μάχης και αγώνα

Συλλογικοποίηση – Οργάνωση – Αγώνας σε κάθε σχολή

Αγώνας για την Κοινωνική Επανάσταση και την Αναρχία

Αναρχικό Στέκι Φιλοσοφικής

 

 

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *